*************************

Άνοιξη πάντα και παντού θα προβάλλει...

Άνοιξη πάντα και παντού θα προβάλλει...
Στο μούχρωμα της μέρας μπαλκονάκι ολάνθιστο, γιασεμί και γαζία αρώματα κι ευωδιές χαρίζουν, λουλούδια και χρώματα, πουλιά και θαύματα στων παιδιών την παλάμη αντηχούνε κι ανθίζουν... Και χιλιάδες αστέρια στο ουράνιο νεφέλωμα λάμψη και φως τριγύρω σκορπίζουν και πάλι, ιστορούν την απόχη του χρόνου του άφθαρτου καθώς άνοιξη πάντα και παντού θα προβάλλει... ydp

*************************

Σου γλυκοψιθυρίζω παραμύθια να σε ταξιδέψουν στην όμορφη χώρα του ονειρικού... κλείσε τα μάτια, δεν θα κάνω θόρυβο, να μη σε ξυπνήσω απότομα...σε παραδίδω στην μυστική μέθη του ονείρου σου, να τεντωθείς ελεύθερα στην αγκαλιά της νυχτιάς, να σε χαϊδέψει το φως της, να χαμογελάσει στα μάτια σου και στην ψυχή σου... να μπλεχτούν αηδόνια στα νεραϊδένια σου μαλλιά, να πλέξουν τη φωλιά τους... να φυτρώσουν λουλούδια στα χείλη σου, να ευωδιάσουν και να στολίσουν τα σκαλοπάτια του μονοπατιού της φαντασίας... κι ας μας ξεχάσει έτσι ο χρόνος, δίνοντας ζωντάνια και χροιά στα χρώματα των μυθευμάτων...ydp

*************************






Παρασκευή, 23 Ιουλίου 2010

Συστάσεις. by odysseas !!



Καλησπέρα σας, επιτρέψτε μου να συστηθώ. Ονομάζομαι Λύκος Λευκοδόντης και ίσως με ξέρετε ως τον κακό λύκο του παραμυθιού με την κοκκινοσκουφίτσα. Με χαροποίησε ιδιαίτερα η υπεράσπιση μου προσφάτως από δημόσιο πρόσωπο και βρήκα το θάρρος να σας συστηθώ εκ νέου και, ελπίζω, να σας πω την δική μου πλευρά της ιστορίας.

Γεννήθηκα στο μαγεμένο δάσος λίγο πριν παγώσει ο χρόνος εκεί για εκατό χρόνια, συνέπεια ενός ξορκιού που υπέστη η βασιλοπούλα του κοντινού βασιλείου για να μπορέσει να ρίξει ένα πιπίνι με το οποίο θα είχε εκατό χρόνια διαφορά, κάτι το οποίο είχε άχτι για να ξεπεράσει τη θεία της που είχε μόνο είκοσι. Φυσικά για λόγους δημοσίων σχέσεων δημιουργήθηκε ένα σκηνικό με ένα μαγεμένο υποτίθεται αδράχτι και κατηγορήθηκε και μια νεράιδα αλλά πιστέψτε με, ήταν καθαρά μια ανεπαίσχυντη εκστρατεία δημοσίων σχέσεων από το αρμόδιο τμήμα του βασιλείου.

Λίγο μετά που το ξόρκι τελείωσε και κάναμε όλοι τα τεντώματά μας να ξεπιαστούμε από την ακινησία, η οικογένειά μου μετακόμισε σε ένα άλλο δάσος κοντά σε χωριό για να αποφύγουμε τυχόν επανάληψη του σκηνικού. Το δάσος ήταν όμορφο και πολύ πλούσιο και όλοι στην οικογένεια νοιώσαμε ότι μπορούμε να φτιάξουμε την ζωή μας εκεί. Δυστυχώς, ο πατέρας μου δεν πρόλαβε να το χαρεί. Συναντήθηκε με ένα κυνηγό ο οποίος ήταν πεπεισμένος ότι αν κάτι δεν το καταλαβαίνει και δεν το τρομάζει πρέπει να το μετατρέψει σε χαλί για να το πατάει. Η καημένη η μαμά έμεινε μόνη με πέντε κουτάβια και αγωνιζόταν να φέρει στη φωλιά τον λαγό μας τον επιούσιο.

Εγώ, παιδιόθεν φύση ρομαντική και ελεύθερη, εξερευνούσα το δάσος και προσπαθούσα να κάνω φίλους ανάμεσα στους εδραιωμένους κατοίκους του. Αλλά φευ! Με έκριναν μόνο από την εξωτερική μου εμφάνιση και με απέφευγαν! Ήταν σίγουροι όλοι ότι οι χαιρετισμοί μου ήταν υστερόβουλοι, κρίνοντάς με απλά από την, ομολογουμένως έντονη, τριχοφυία μου και το υπερβολικά βαθύ κίτρινο των ματιών μου. Κανείς δεν νοιάστηκε για τον εσωτερικό μου κόσμο, για το τι είχα να πω, για το ποιο είναι το αγαπημένο μου σκαθάρι και ποια ώρα της μέρας προτιμώ, ούτε για το σημείο με τα αγριολούλουδα που ανακάλυψα και μου άρεσε να επισκέπτομαι και να συλλογίζομαι όσα είχα δει και ζήσει.

Τα χρόνια πέρασαν, μεγάλωσα, είδα την πρώτη γκρίζα τρίχα να επισκέπτεται την γούνα μου και έπειτα να την επισκέπτεται η οικογένεια της και να εγκαθίσταται κιόλας. Εν τω μεταξύ, είχα αποχαιρετήσει και την αγαπημένη μου μαμά που αποφάσισε να βρει τον μπαμπά μου για να είναι και πάλι μαζί του, ενώ είχα από καιρό σταματήσει να προσπαθώ να κερδίσω τα επιφανειακά άτομα του περιβάλλοντός μου. Μια μέρα όμως, ενώ περπατούσα ήρεμα στο δάσος προς το αγαπημένου μου σημείο άκουσα μια νεανίσκη να τραγουδάει κάτι για την ομορφιά των αγριολούλουδων και το πόσο θα ωφελούσαν την γιαγιά της να νοιώσει καλύτερα.
Δεν σας κρύβω ότι ένοιωσα την καρδιά μου να μετακινείται σε τρελλή τροχία μέσα στην ευρύτερη περιοχή του στήθους, του λαιμού, του κρανίου και της κοιλιάς μου. Μετά από τόσα χρόνια, μήπως βρήκα επιτέλους ένα άτομο σαν εμένα; Που μπρούσε να δει κάτω από την γούνα μου, χωρίς να την αφαιρέσει φυσικά, τον ρομαντικό ποιητή που εξυμνούσε την ομορφιά της ζωής στο δάσος, την μουσική της βροχής ανάμεσα στα φύλλα, το ουράνιο τόξο του φτερώματος των πουλιών; Με τρεμάμενα πόδια πλησίασα την κορασίδα και της είπα "γεια". Έκλεισα τα μάτια και κατέβασα τ' αυτία περιμένοντας να την ακούσω να ουρλιάζει και να τρέχει, χωρίς να έχω το κουράγιο να το δω να συμβαίνει.

Εκείνη όμως μου είπε "γεια". Η καρδιά μου σκίρτησε! Έκανε την προηγούμενη διαδρομή δυο φορές στο μισό χρόνο πριν κατασταλάξει στην θέση της και αρχίσει να χτυπάει δυνατά. Συστήθηκα. "Λύκος Λευκοδόντης, Λύκος" είπα με στόμα πολύ στεγνό για να αρθρώσει κάτι πιο σύνθετο απ' αυτό. "Κοκκινοσκουφίτσα Στοργικού, εγγονή και κόρη" μου απάντησε. Το δάσος άρχισε να πάλλεται στον ίδιο ρυθμό με την καρδιά μου, η οποία αποφάσισε να μετακομίσει προσωρινά στο κρανίο μου και να ουρλιάζει "ιιιιιιιι" με όλη της την δύναμη.


Ξερόβηξα. "Ποιος καλός" (αρωματισμένος από χίλια αγριολούλουδα συμπλήρωσα στο μυαλό μου) "άνεμος σε φέρνει στα μέρη μας;" ρώτησα. Κατέβασε τα μάτια της θλιμμένα. Σκέφτηκα ότι έκανα γκάφα. Η καρδιά μου συμφώνησε, μου έσκασε ένα χαστούκι στο κεφάλι και μετακόμισε στο στομάχι μου. "Δεν είναι καλός. Αρρώστησε η γιαγιά μου και της πάω λίγο φαγητό απ' την μαμά" μου είπε. "Ω" κατάφερα να πω. Αυτή σώπασε. "Ω" ξανάπα, ελπίζοντας να σπάσω την σιωπή. Μετά μου ήρθε έμπνευση. "Μήπως να τρέξω να της πώ ότι πας, να χαρεί και να πάρει τα πάνω της;" Χαμογέλασε. Νομίζω. Αυτό ή ξαφνικά βγήκαν τρεις ήλιοι στο δάσος, ακριβώς μπροστά της, οι δύο γαλαζοπράσινοι ο ένας λευκός. Αρπάχτηκα από ένα δέντρο για να κρατηθώ όρθιος. "Όχι πια μόνος τώρα που είσαι εδώ" τραγουδούσαν τα μέσα μου. "Θα το κάνεις αυτό για μένα;" μου λέει; "Χα!" σκέφτηκα. "Για σένα κατεβάζω το φεγγάρι στη γη, την απόσταση θα φοβηθώ;". Είπα όμως μόνο "φυσικά."

Σε πέντε λεπτά μέσα είχα καλύψει την μισή απόσταση για το σπίτι της γιαγιάς της. Σε δέκα ήμουν έξω από την πόρτα της και χτυπούσα το κουδούνι. Μου άνοιξε μια καλοστεκούμενη γριά, ντυμένη κάπως τολμηρά και μοντέρνα. Ούτε αυτή ούρλιαξε όταν με είδε. Χάρηκα, σκέφτηκα ότι είναι όλοι στην οικογένειά τους ανοιχτόμυαλοι. "Παρακαλώ;" μου είπε. "Καλησπέρα σας" απάντησα. "Λύκος Λευκοδόντης, είμαι φίλος της εγγονής σας, με στέλνει να σας πω ότι έρχεται". "Μάλιστα!" μου λέει αυτή. "Θα αργήσει η εγγονούλα μου;" ρωτάει. "Όχι πολύ" λέω. "Περίπου είκοσι λεπτά". Σκέφτεται κάτι για μια στιγμή και λέει "ωραία".

Σκέφτεται λίγο ακόμη και ρωτάει "αν σου δώσω ένα γράμμα, μπορείς να το παραδώσεις στον κυνηγό που μένει πέντε λεπτά δρόμο απ' εδώ; Θέλω να κάνω ένα δώρο στην εγγονούλα μου..." "Κυνηγός;" σκέφτηκα. "Ποιος κυνηγός;" "Λυπάμαι" λέω, "δεν μπορώ. Ο κυνηγός για τους λύκους είναι ότι οι μαύρες γάτες για τα ποντίκια ξέρετε. Γρουσουζιά." "Μην φοβάσαι καλέ, αυτός είναι συνταξιούχος" λέει και μου χαμογελάει. Αυτό το χαμόγελο με έπεισε. Ήταν φεγγάρια αντί για ήλιοι αλλά αρκετά κοντά ώστε να με πείσει. "Αφού το λέτε, θα πάω" λέω. Σε πέντε λεπτά το είχε έτοιμο. Σε επτά το είχα δώσει στον κυνηγό. Αυτός το διάβαζε, και μ' ότι κι αν γέμιζε το κεφάλι του από το γράμμα έμπαινε ακριβώς κάτω από το δεξί του φρύδι και το έσπρωχνε σταθερά προς τα πάνω. "Χμμμμμ" λέει. Τον κοιτάω στα μάτια και αυτός ξαναλέει "χμμμ". "Ευχαρίστως" λέει. "Θα μπορείς όμως να προσέχεις το σπίτι μου όσο θα λείπω; Δεν θέλω να χάσω χρόνο κλειδώνοντας, θα χαλάσω την έκπληξη."

Να χαλάσει η έκπληξη; Όχι, δεν ήθελα κάτι τέτοιο. Οτιδήποτε θα έκανε εκείνο το χαμόγελο να λάμψει πάλι έχει θέση στον κόσμο. Θα έκανα ό,τι χρειαζόταν. Του είπα ότι θα το έκανα με χαρά, παρά το ότι κάτι μου θύμιζε η καλύβα, κάτι δεν μου ταίριαζε. Σε λίγο είχε ετοιμάσει ένα δέμα και έφευγε. Ούτε του δέματος η μυρωδιά μου άρεσε ιδιαίτερα. Είχαν κάτι γλυκόπικρο οι αναμνήσεις που ξυπνούσε. Αλλά και πάλι δεν είπα τίποτα. "Θα είναι κανένα αγριολούλουδο από το παλιό μου σπίτι" σκέφτηκα. "Αυτό μάλλον".

Τελικά η έκπληξη ήταν για μένα όμως. Δεν είχαν περάσει είκοσι λεπτά όταν είδα τον κυνηγό να έρχεται κατά πάνω μου τρέχοντας με μαχαίρι στο χέρι του και ένα τρελλό χαμόγελο στα μάτια. Δεν έμεινα να μάθω γιατί, έτρεξα σαν το άνεμο. Έμαθα όμως. Μου τα είπε μια μισότρελλη καρακάξα που μου μίλαγε μια στο τόσο, όταν δεν νόμιζε ότι είμαι θάμνος ή ανθισμένος βράχος.

Ο κυνηγός ήταν το πιπίνι και η γιαγιά η θεία της βασιλοπούλας του παλιού βασιλείου. Για να κρατήσουν τα προσχήματα τους έδιωξαν από το βασίλειο και τους έχτισαν από ένα σπίτι στην εξοχή μακριά από το δάσος. Όταν ήρθε το ξόρκι όμως επηρεάστηκαν και όσοι ήταν από το παλιό βασίλειο κι ας μην έμεναν πια σ' αυτό. Η "γιαγιά" δεν ήταν καθόλου γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας τελικά. Απλά την υιοθέτησαν γιατί το έπαιξε μόνη κι έρημη γριά όταν δεν έπαιζε άλλους ρόλους, πιο άσεμνους, με τον κυνηγό στο κρεββάτι. Όταν είδε ότι η Κοκκινοσκουφίτσα θα είχε κάποιον άλλον να ασχολείται και δεν θα είχε αποκλειστικότητα, συνέλαβε ένα δαιμόνιο σχέδιο και το έβαλε σ'εφαρμογή.

Αυτό που πήγε ο κυνηγός στο σπίτι της μετά από συμβουλή της στο γράμμα ήταν την γούνα του πατέρα μου. Την φόρεσε, έβαλε κι ένα νυχτικό της, παραπάνω γιατί της άρεσε να τον ντύνει γυναικεία παρά γιατί χρειαζόταν, και με υποδύθηκε να προσπαθώ να βλάψω την Κοκκινοσκουφίτσα. Όσο αυτή παραληρούσε από το σοκ ξανάγινε ο κυνηγός κυνηγός και πετάχτηκε από πίσω να δει και καλά τι συμβαίνει. Υποσχέθηκε να σώσει την γιαγιά και να της πάει την καρδιά μου για τιμωρία. Αυτό το τελευταίο με έκανε να γελάσω πικρά.

Πέρασε καιρός από τότε. Οι άσπρες τρίχες έχτισαν πρώτα χωριουδάκι, μετά πόλη και μετά αποίκησαν τελείως τη γούνα μου. Εγώ ακόμη μια στο τόσο λέω στο φεγγάρι όταν είναι γεμάτο πόσο μου θυμίζει τα μάτια της κι αυτό με κοιτάει αδιάφορο. Μόνο μια φορά σαν να μου έκλεισε το μάτι. Ήταν τότε που ένα σημείο στο χωράφι με τα αγριολούλουδα ήταν ζεστό και σαν κάποιος να είχε στάξει λίγο αλατόνερό σε ένα από αυτά. Μάλλον ο ίδιος κάποιος που έγραψε "γιατί" στο χώμα και μετά το έτριψε μετά με βία με το πόδι του για να το σβήσει, σαν να μην άντεχε να μάθει...






Αρχική δημοσίευση πνευματική Ιδιοκτησία Κωνσταντίνου Σολομωνίδη. Δημοσιεύεται υπό τους όρους της άδειας Ανοιχτού Περιεχομένου που βρίσκονται στην σελίδα http://opencontent.org/opl.shtml. Οποιαδήποτε επεξεργασία ή αναδημοσίευση υποχρεωτικά περιέχει αναφορά στην αρχική δημοσίευση που βρίσκεται στη διεύθυνση http://seekerodysseas.spaces.live.com/blog/cns!6C3C63ED59B440B9!224.entry, αυτή την ειδοποίηση αυτούσια και υποχρεωτικά πληροί τους όρους της Αδειας Ανοιχτού Περιεχομένου. Τονίζεται η υποχρέωση υπό την άδεια ανοιχτού περιεχομένου να σημειώνονται με σαφήνεια τα σημεία που είναι διορθώσεις ή προσθήκες. Καμμία εγγύηση δεν παρέχεται για την επιτυχία των συμβουλών και ο συγγραφέας του παρόντος δεν φέρει καμμία ευθύνη για τα όποια θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα από την εφαρμογή τους. Όλα τα σχόλια θεωρούνται επέκταση του αρχικού κειμένου και τα πνευματικά τους δικαιώματα ανήκουν στους αντίστοιχους συγγραφείς τους οι οποίοι δημοσιεύοντάς τα δηλώνουν ρητώς ότι έχουν το δικαίωμα να το πράξουν.
Αναρτήθηκε από Γιώτα the gossip girl με ηλεκτρονική διεύθυνση ιστολογίου http://giotagossipgirl.blogspot.com/ από όπου το αντιγράφω και το δημοσιεύω αυτούσιο κι εγώ με τη σειρά μου...




Bookmark and Share

2 σχόλια:

IonnKorr είπε...

Πολύ όμορφη ιστορία.

Χάρηκα που την αναδημοσίευσες ώστε να την διαβάσω

oneiremata είπε...

σου άρεσε? κι εμένα...ευφάνταστο σενάριο!!!

αλήθεια θα μου επιτρέψεις κάποια στιγμή να αναδημοσιεύσω και την τρομερή και φοβερή δική σου ανάρτηση για τη ζήλεια?????....
σίγουρα όλο και κάποιες παραπάνω γυναίκες θα υπάρξουν που ίσως διαβάζουν το δικό μου μπλοκ και θα θελήσουν να συμπληρώσουν κάποιο σχόλιο ή αντίρρησή τους...